Όταν το τραγούδι του Bruce Willis έφτασε στο No.5 του Billboard
Το συμβόλαιο με τη Motown και το alter-ego ""Bruno""

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Bruce Willis βρισκόταν στο απόγειο της δημοφιλίας του. Η τεράστια επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς «Moonlighting» (Αυτός, αυτή και τα μυστήρια) τον είχε μετατρέψει σε έναν από τους πιο αγαπητούς πρωταγωνιστές της αμερικανικής τηλεόρασης, ενώ η κυκλοφορία του πρώτου «Die Hard» (Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει) το 1988 σφράγισε την κυριαρχία του στο Χόλιγουντ ως απόλυτου action hero.
Ωστόσο, ελάχιστοι θυμούνται ότι εκείνη ακριβώς τη χρυσή περίοδο, ο Willis αποφάσισε να κάνει μια απροσδόκητη στροφή στην καριέρα του και να κατακτήσει τη μουσική βιομηχανία.
Όπως είχε κάνει λίγο νωρίτερα ο φίλος του Eddie Murphy με την τεράστια επιτυχία του «Party All the Time», έτσι και ο Bruce Willis αποφάσισε να διοχετεύσει την ενέργεια και το ταλέντο του στη soul και τα blues. Η αγάπη του για τη μουσική δεν ήταν ευκαιριακή· ο ηθοποιός έπαιζε φυσαρμόνικα για χρόνια και έτρεφε βαθύ σεβασμό για τους Αφροαμερικανούς καλλιτέχνες της rhythm and blues. Αυτή η αυθεντική του τρέλα τον οδήγησε μέχρι τα γραφεία μιας από τις πιο ιστορικές δισκογραφικές εταιρείες στην ιστορία της μουσικής.
Το συμβόλαιο με τη Motown και το alter-ego "Bruno"
Η υπογραφή συμβολαίου με τη θρυλική Motown Records —την εταιρεία που ανέδειξε κολοσσούς όπως ο Stevie Wonder, ο Michael Jackson και οι Supremes— ήταν από μόνη της μια τεράστια έκπληξη. Για τις ανάγκες του μουσικού του εγχειρήματος, ο Willis υιοθέτησε το alter-ego «Bruno Radolini», έναν υποτιθέμενο βετεράνο, θρυλικό τραγουδιστή της blues. Το 1987 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ του με τίτλο «The Return of Bruno», συνοδευόμενο μάλιστα από ένα mockumentary στο HBO που παρουσίαζε τη φανταστική ζωή του Bruno.
Το άλμπουμ δεν ήταν μια πρόχειρη παραγωγή, αλλά μια εξαιρετικά προσεγμένη δουλειά γεμάτη ενέργεια, πνευστά και κλασικές soul διασκευές. Η Motown επένδυσε σημαντικά στο project, πλαισιώνοντας τον ηθοποιό με κορυφαίους μουσικούς της βιομηχανίας. Παρά την αρχική καχυποψία των κριτικών που έβλεπαν άλλον έναν σταρ του Χόλιγουντ να «παιχνιδίζει» με τη μουσική, το κοινό αγκάλιασε το άλμπουμ με ενθουσιασμό, μετατρέποντάς το σε εμπορικό θρίαμβο.
Η εκτόξευση του «Respect Yourself» στο Top-5
Η μεγαλύτερη επιτυχία του δίσκου ήρθε με τη διασκευή του κλασικού τραγουδιού «Respect Yourself» των The Staple Singers (1971). Με τη βραχνή, γεμάτη πάθος φωνή του Willis και τη συνοδεία της R&B τραγουδίστριας June Pointer (από τις περίφημες Pointer Sisters), το κομμάτι απέκτησε μια νέα, φρέσκια και εξαιρετικά ανεβαστική δυναμική. Ραδιόφωνα και MTV το έπαιζαν ασταμάτητα, με το βιντεοκλίπ να προβάλλει την άνετη, coolness περσόνα του ηθοποιού.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: το «Respect Yourself» σκαρφάλωσε μέχρι το No. 5 του US Billboard Hot 100, ενώ σημείωσε τεράστια επιτυχία και στην Ευρώπη, φτάνοντας στο No. 2 των βρετανικών charts. Το ίδιο το άλμπουμ έγινε πλατινένιο, αποδεικνύοντας ότι το εγχείρημα του Willis δεν ήταν απλώς ένα καπρίτσιο, αλλά μια από τις πιο επιτυχημένες μουσικές απόπειρες ηθοποιού όλων των εποχών.
Μια διαχρονική υπενθύμιση της pop κουλτούρας των '80s
Αν και ο Bruce Willis κυκλοφόρησε έναν ακόμη δίσκο το 1989 («If It Don't Kill You, It Just Makes You Stronger»), η υποκριτική του καριέρα πήρε τέτοιες διαστάσεις που η μουσική πέρασε μοιραία σε δεύτερη μοίρα.
Ωστόσο, η εποχή του "Bruno" παραμένει ένα από τα πιο απολαυστικά και ανεμελα κεφάλαια της pop κουλτούρας των 80s. Υπενθυμίζει μια εποχή που οι μεγάλοι σταρ του Χόλιγουντ δεν φοβούνταν να τσαλακωθούν, να ρισκάρουν και να ζήσουν το απόλυτο ροκ εν ρολ όνειρο, κατακτώντας ακόμα και την κορυφή των charts.
Πηγή: e-daily.gr





